Είδαμε τον «τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού»

Από Αφροδίτη Κεραμέως | 10 Μαΐου 2022

Τον ιδιαίτερο τίτλο ο «τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» έχει η δημοφιλέστερη παράσταση αυτής της θεατρικής σεζόν και είναι βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Ιταλού νομπελίστα Ντάριο Φο. Την σκηνοθεσία υπογράφει, ο σπουδαίος Γιάννης Κακλέας, του οποίου το όνομα βλέπουμε κάθε χρόνο στις πινακίδες των μεγαλύτερων Αθηναϊκών θεάτρων. Μετά από απανωτά sold-out στο θέατρο «Γκλόρια» και διθυραμβικές κριτικές από κριτικούς και δημοσιογράφους, το φετινό θεατρικό «φαινόμενο» έφτασε και στην Θεσσαλονίκη. Έχοντας ακούσει τα καλύτερα από φίλους των οποίων την κρίση εμπιστεύομαι, ειδικά στα καλλιτεχνικά, μόλις είδα τις πρώτες αφίσες να έχουν κολληθεί στα μαγαζιά της πόλης, έσπευσα να κλείσω τις καλύτερες δυνατές θέσεις.

Αυτό που μου κίνησε παραπάνω το ενδιαφέρον από τα σχόλια τους, ήταν ότι η παράσταση δημιουργεί αφορμή για έντονες συζητήσεις, σκέψεις που θα κρατήσουν βδομάδες και κυρίως την επιθυμία να την ξαναδείς. Μετά από όσα άκουσα, αποφάσισα να πάω να την παρακολουθήσω χωρίς να ψάξω τίποτα για αυτήν έχοντας παρά μόνο στο μυαλό μου, αναπόφευκτα, υψηλές προσδοκίες. Έμενε απλώς να επιβεβαιωθούν ή να διαψευστούν.

Ο συγγραφέας

Ο Ντάριο Φο γεννήθηκε το 1926 στο Σαν Τζιάνο της λίμνης Ματζιόρε. Η οικογένεια του είχε δημοκρατική, αντιφασιστική δράση γεγονός που έμελλε να τον επηρεάσει καθοριστικά. Ξεκίνησε να σπουδάζει αρχιτεκτονική αλλά τελικά τον κέρδισε το θέατρο. Μαζί με την γυναίκα του Φράνκα Ράμε, ξεκινούν το 1958 τη θεατρική τους δράση μη διστάζοντας να σατιρίσουν την αστική, άρχουσα τάξη.

Δουλεύουν ανεξάρτητοι, ιδρύουν την θεατρική κοινότητα «La Commune» και προσπαθώντας να καταδείξουν το περιεχόμενο της ταξικής πάλης, παίζουν τα έργα τους σε χώρους υπό κατάληψη, εργοστάσια, σε φυλακές και πλατείες. Το 1997 λαμβάνει το νόμπελ λογοτεχνίας το οποίο και αποδέχεται με μία από τις αντισυμβατικές ομιλίες στην ιστορία των βραβείων, η οποία αξίζει να διαβαστεί. Σε αυτήν δεν αρκέστηκε στα απλά λόγια αλλά χρησιμοποίησε τεχνικές όπως η αφήγηση, η παντομίμα ακόμα και δικές του ζωγραφιές που μοίρασε στο κοινό. Μεταξύ άλλων είπε χαρακτηριστικά : «Αγαπητά μέλη της Ακαδημίας ας παραδεχτούμε ότι, αυτή τη φορά το παρακάνατε. Δηλαδή έλεος, πρώτα δίνετε το βραβείο σε κάποιον μαύρο, μετά σε έναν Εβραίο και τώρα σε έναν γελωτοποιό. Τι γίνεται; Όπως λένε και στην Νάπολη, pazziàmme ; Τρελαθήκαμε;»

Το έργο

Επιλέγω να κινηθώ παράδοξα και να μην μιλήσω ειδικά για την πλοκή του έργου. Για όσους θα καταλήξουν να το δουν, δεν χρειάζεται να είναι κανείς προϊδεασμένος καθώς αυτή ξεδιπλώνεται μπροστά του με τρόπο απόλυτα κατανοητό.

Θα αρκεστώ λοιπόν, στο ότι είναι ένα έργο που θα παραμένει διαχρονικό όσο καιρό οι κοινωνίες διακατέχονται από το βάρος της βίας (αστυνομικής και μη), της προκατάληψης, της επικράτησης του δυνατού με αναγκαίο κακό την θυσία του αδυνάτου, της κρατικής ασυδοσίας και εν γένει της αδικίας, η οποία φαίνεται να μπορεί να παίρνει πολύ περισσότερες μορφές από ότι η δικαιοσύνη. Ορθά του έχουν αποδοθεί οι χαρακτηρισμοί «μαύρη» και «τραγική κωμωδία» . Ο Τσαρλς Λάντλαμ, έτερος θεατρικός συγγραφέας, είχε κάποτε πει αναφερόμενος στο «τραγικό» και το «κωμικό», ότι «μερικά πράγματα μπορεί να μοιάζουν αντίθετα είναι όμως διαφορετικές εντάσεις του ίδιου πράγματος». Και ειδικά όσον αφορά την προκειμένη περίσταση δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο.

Και όσο και αν πρόκειται για έργο διαχρονικό, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αφουγκράζεται την εποχή και την κοινωνία που παρουσιάζεται (αυτή ήταν άλλωστε και η επιθυμία του δημιουργού του. Ο Ντάριο Φο είχε δηλώσει πως αρχή του για κάθε έργο που έγραφε ήταν να ανοιχτό σε διαφοροποιήσεις, δημιουργούσε «υλικό ρευστό»). Οι δημιουργοί και οι συντελεστές επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν μέσα στο κείμενο στοιχεία επίκαιρα, με σκοπό είτε το γέλιο όπως με αναφορές στην τιμή της βενζίνης και το σκυλί (ναι μάλιστα, το ΣΚΥΛΙ, τιριντιτιν) είτε την ενδοσκόπηση και τον προβληματισμό. Ενδοσκόπηση όχι προσωπική, αλλά όσον αφορά τον χώρο του θεάτρου για τον οποίο τόσα έχουν μαθευτεί τον τελευταίο χρόνο. Η ευθεία αναφορά αποτελεί δείγμα ότι το θέατρο αλλάζει, και αλλάζει ειλικρινά αφού ό,τι συνέβη δεν αποσιωπάται αλλά επικοινωνείται, μέσω της ίδιας της τέχνης. Και το κοινό που γεμίζει τις αίθουσες, είναι τρανή απόδειξη ότι υπάρχει πίστη και ελπίδα σε αυτή την αλλαγή.

Για τον Πάνο Βλάχο, τον ήδη αξιαγάπητο ηθοποιό δεν έχω να πω πολλά παρά μόνο να δηλώσω μόνο χαρά, που δόθηκε χώρος για την ανάδειξή του. Το πρώτο μέρος της παράστασης στο οποίο εμφανίζεται μόνος του, θα μπορούσε να σταθεί με μεγάλη επιτυχία και ως μονόλογος. Αστείρευτο ταλέντο μουσικά και υποκριτικά, που υπόσχεται πολλά για το μέλλον.

Εξαιρετικές ερμηνείες και από τους υπόλοιπους πέντε, Φοίβο Ριμένα, Θοδωρή Σκυφτούλη, Ιφιγένεια Αστεριάδη, Κωνσταντίνο Μαγκλάρα και Στέλιο Πέτσο τόσο όταν η σκηνή ήταν δική τους όσο και όταν ήταν στο background, έγραφαν όλοι τους καταπληκτικά. Ιδιαίτερη μνεία θα ήθελα να κάνω στον κύριο Πέτσο ο οποίος για εμάς έκλεψε κυριολεκτικά την παράσταση αφού οι αντιδράσεις του ήταν τόσο αστείες που υπήρχαν στιγμές που δεν μπορούσαμε να συγκεντρωθούμε σε ό,τι διαδραματιζόταν από τα γέλια.

Πέρα από τους έξι ηθοποιούς είναι ολοφάνερο ότι έβδομη πρωταγωνίστρια είναι η μουσική. Ο Βάϊος Πράπας που παίζει και επί σκηνής, ο Πάνος Βλάχος και η Φωτεινή Αθερίδου υπογράφουν τη μουσική και τους στίχους, αντίστοιχα, των τραγουδιών που πολλοί από εμάς θα ακούμε on repeat στο Spotify για καιρό ακόμα.

Ετυμηγορία: to watch or not to watch Σε περίπτωση που δεν το έχετε καταλάβει έως τώρα, οπωσδήποτε to watch. Όσο προλαβαίνετε δηλαδή. Χρησιμοποίησα μόνο την φράση έτσι, για να υπάρχει κάτι από Σαίξπηρ στην πρώτη μου θεατρική κριτική. Με αυτή την παράσταση κατάλαβα γιατί κάποιος θέλει να είναι ηθοποιός και να παίζει το ίδιο έργο κάθε βράδυ. Και αν μπορούσα, το μόνο που θα προσέθετα θα ήταν λίγος χρόνος. Για ακόμα περισσότερο χειροκρότημα.

Γράφει η Αφροδίτη Κεραμέως

Categories

Είδαμε τον «τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού»

Από Αφροδίτη Κεραμέως | 10 Μαΐου 2022

Τον ιδιαίτερο τίτλο ο «τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» έχει η δημοφιλέστερη παράσταση αυτής της θεατρικής σεζόν και είναι βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Ιταλού νομπελίστα Ντάριο Φο. Την σκηνοθεσία υπογράφει, ο σπουδαίος Γιάννης Κακλέας, του οποίου το όνομα βλέπουμε κάθε χρόνο στις πινακίδες των μεγαλύτερων Αθηναϊκών θεάτρων. Μετά από απανωτά sold-out στο θέατρο «Γκλόρια» και διθυραμβικές κριτικές από κριτικούς και δημοσιογράφους, το φετινό θεατρικό «φαινόμενο» έφτασε και στην Θεσσαλονίκη. Έχοντας ακούσει τα καλύτερα από φίλους των οποίων την κρίση εμπιστεύομαι, ειδικά στα καλλιτεχνικά, μόλις είδα τις πρώτες αφίσες να έχουν κολληθεί στα μαγαζιά της πόλης, έσπευσα να κλείσω τις καλύτερες δυνατές θέσεις.

Αυτό που μου κίνησε παραπάνω το ενδιαφέρον από τα σχόλια τους, ήταν ότι η παράσταση δημιουργεί αφορμή για έντονες συζητήσεις, σκέψεις που θα κρατήσουν βδομάδες και κυρίως την επιθυμία να την ξαναδείς. Μετά από όσα άκουσα, αποφάσισα να πάω να την παρακολουθήσω χωρίς να ψάξω τίποτα για αυτήν έχοντας παρά μόνο στο μυαλό μου, αναπόφευκτα, υψηλές προσδοκίες. Έμενε απλώς να επιβεβαιωθούν ή να διαψευστούν.

Ο συγγραφέας

Ο Ντάριο Φο γεννήθηκε το 1926 στο Σαν Τζιάνο της λίμνης Ματζιόρε. Η οικογένεια του είχε δημοκρατική, αντιφασιστική δράση γεγονός που έμελλε να τον επηρεάσει καθοριστικά. Ξεκίνησε να σπουδάζει αρχιτεκτονική αλλά τελικά τον κέρδισε το θέατρο. Μαζί με την γυναίκα του Φράνκα Ράμε, ξεκινούν το 1958 τη θεατρική τους δράση μη διστάζοντας να σατιρίσουν την αστική, άρχουσα τάξη.

Δουλεύουν ανεξάρτητοι, ιδρύουν την θεατρική κοινότητα «La Commune» και προσπαθώντας να καταδείξουν το περιεχόμενο της ταξικής πάλης, παίζουν τα έργα τους σε χώρους υπό κατάληψη, εργοστάσια, σε φυλακές και πλατείες. Το 1997 λαμβάνει το νόμπελ λογοτεχνίας το οποίο και αποδέχεται με μία από τις αντισυμβατικές ομιλίες στην ιστορία των βραβείων, η οποία αξίζει να διαβαστεί. Σε αυτήν δεν αρκέστηκε στα απλά λόγια αλλά χρησιμοποίησε τεχνικές όπως η αφήγηση, η παντομίμα ακόμα και δικές του ζωγραφιές που μοίρασε στο κοινό. Μεταξύ άλλων είπε χαρακτηριστικά : «Αγαπητά μέλη της Ακαδημίας ας παραδεχτούμε ότι, αυτή τη φορά το παρακάνατε. Δηλαδή έλεος, πρώτα δίνετε το βραβείο σε κάποιον μαύρο, μετά σε έναν Εβραίο και τώρα σε έναν γελωτοποιό. Τι γίνεται; Όπως λένε και στην Νάπολη, pazziàmme ; Τρελαθήκαμε;»

Το έργο

Επιλέγω να κινηθώ παράδοξα και να μην μιλήσω ειδικά για την πλοκή του έργου. Για όσους θα καταλήξουν να το δουν, δεν χρειάζεται να είναι κανείς προϊδεασμένος καθώς αυτή ξεδιπλώνεται μπροστά του με τρόπο απόλυτα κατανοητό.

Θα αρκεστώ λοιπόν, στο ότι είναι ένα έργο που θα παραμένει διαχρονικό όσο καιρό οι κοινωνίες διακατέχονται από το βάρος της βίας (αστυνομικής και μη), της προκατάληψης, της επικράτησης του δυνατού με αναγκαίο κακό την θυσία του αδυνάτου, της κρατικής ασυδοσίας και εν γένει της αδικίας, η οποία φαίνεται να μπορεί να παίρνει πολύ περισσότερες μορφές από ότι η δικαιοσύνη. Ορθά του έχουν αποδοθεί οι χαρακτηρισμοί «μαύρη» και «τραγική κωμωδία» . Ο Τσαρλς Λάντλαμ, έτερος θεατρικός συγγραφέας, είχε κάποτε πει αναφερόμενος στο «τραγικό» και το «κωμικό», ότι «μερικά πράγματα μπορεί να μοιάζουν αντίθετα είναι όμως διαφορετικές εντάσεις του ίδιου πράγματος». Και ειδικά όσον αφορά την προκειμένη περίσταση δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο.

Και όσο και αν πρόκειται για έργο διαχρονικό, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αφουγκράζεται την εποχή και την κοινωνία που παρουσιάζεται (αυτή ήταν άλλωστε και η επιθυμία του δημιουργού του. Ο Ντάριο Φο είχε δηλώσει πως αρχή του για κάθε έργο που έγραφε ήταν να ανοιχτό σε διαφοροποιήσεις, δημιουργούσε «υλικό ρευστό»). Οι δημιουργοί και οι συντελεστές επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν μέσα στο κείμενο στοιχεία επίκαιρα, με σκοπό είτε το γέλιο όπως με αναφορές στην τιμή της βενζίνης και το σκυλί (ναι μάλιστα, το ΣΚΥΛΙ, τιριντιτιν) είτε την ενδοσκόπηση και τον προβληματισμό. Ενδοσκόπηση όχι προσωπική, αλλά όσον αφορά τον χώρο του θεάτρου για τον οποίο τόσα έχουν μαθευτεί τον τελευταίο χρόνο. Η ευθεία αναφορά αποτελεί δείγμα ότι το θέατρο αλλάζει, και αλλάζει ειλικρινά αφού ό,τι συνέβη δεν αποσιωπάται αλλά επικοινωνείται, μέσω της ίδιας της τέχνης. Και το κοινό που γεμίζει τις αίθουσες, είναι τρανή απόδειξη ότι υπάρχει πίστη και ελπίδα σε αυτή την αλλαγή.

Για τον Πάνο Βλάχο, τον ήδη αξιαγάπητο ηθοποιό δεν έχω να πω πολλά παρά μόνο να δηλώσω μόνο χαρά, που δόθηκε χώρος για την ανάδειξή του. Το πρώτο μέρος της παράστασης στο οποίο εμφανίζεται μόνος του, θα μπορούσε να σταθεί με μεγάλη επιτυχία και ως μονόλογος. Αστείρευτο ταλέντο μουσικά και υποκριτικά, που υπόσχεται πολλά για το μέλλον.

Εξαιρετικές ερμηνείες και από τους υπόλοιπους πέντε, Φοίβο Ριμένα, Θοδωρή Σκυφτούλη, Ιφιγένεια Αστεριάδη, Κωνσταντίνο Μαγκλάρα και Στέλιο Πέτσο τόσο όταν η σκηνή ήταν δική τους όσο και όταν ήταν στο background, έγραφαν όλοι τους καταπληκτικά. Ιδιαίτερη μνεία θα ήθελα να κάνω στον κύριο Πέτσο ο οποίος για εμάς έκλεψε κυριολεκτικά την παράσταση αφού οι αντιδράσεις του ήταν τόσο αστείες που υπήρχαν στιγμές που δεν μπορούσαμε να συγκεντρωθούμε σε ό,τι διαδραματιζόταν από τα γέλια.

Πέρα από τους έξι ηθοποιούς είναι ολοφάνερο ότι έβδομη πρωταγωνίστρια είναι η μουσική. Ο Βάϊος Πράπας που παίζει και επί σκηνής, ο Πάνος Βλάχος και η Φωτεινή Αθερίδου υπογράφουν τη μουσική και τους στίχους, αντίστοιχα, των τραγουδιών που πολλοί από εμάς θα ακούμε on repeat στο Spotify για καιρό ακόμα.

Ετυμηγορία: to watch or not to watch Σε περίπτωση που δεν το έχετε καταλάβει έως τώρα, οπωσδήποτε to watch. Όσο προλαβαίνετε δηλαδή. Χρησιμοποίησα μόνο την φράση έτσι, για να υπάρχει κάτι από Σαίξπηρ στην πρώτη μου θεατρική κριτική. Με αυτή την παράσταση κατάλαβα γιατί κάποιος θέλει να είναι ηθοποιός και να παίζει το ίδιο έργο κάθε βράδυ. Και αν μπορούσα, το μόνο που θα προσέθετα θα ήταν λίγος χρόνος. Για ακόμα περισσότερο χειροκρότημα.

Γράφει η Αφροδίτη Κεραμέως

Είδαμε τον «τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού»

Από Αφροδίτη Κεραμέως | 10 Μαΐου 2022

Τον ιδιαίτερο τίτλο ο «τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» έχει η δημοφιλέστερη παράσταση αυτής της θεατρικής σεζόν και είναι βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Ιταλού νομπελίστα Ντάριο Φο. Την σκηνοθεσία υπογράφει, ο σπουδαίος Γιάννης Κακλέας, του οποίου το όνομα βλέπουμε κάθε χρόνο στις πινακίδες των μεγαλύτερων Αθηναϊκών θεάτρων. Μετά από απανωτά sold-out στο θέατρο «Γκλόρια» και διθυραμβικές κριτικές από κριτικούς και δημοσιογράφους, το φετινό θεατρικό «φαινόμενο» έφτασε και στην Θεσσαλονίκη. Έχοντας ακούσει τα καλύτερα από φίλους των οποίων την κρίση εμπιστεύομαι, ειδικά στα καλλιτεχνικά, μόλις είδα τις πρώτες αφίσες να έχουν κολληθεί στα μαγαζιά της πόλης, έσπευσα να κλείσω τις καλύτερες δυνατές θέσεις.

Αυτό που μου κίνησε παραπάνω το ενδιαφέρον από τα σχόλια τους, ήταν ότι η παράσταση δημιουργεί αφορμή για έντονες συζητήσεις, σκέψεις που θα κρατήσουν βδομάδες και κυρίως την επιθυμία να την ξαναδείς. Μετά από όσα άκουσα, αποφάσισα να πάω να την παρακολουθήσω χωρίς να ψάξω τίποτα για αυτήν έχοντας παρά μόνο στο μυαλό μου, αναπόφευκτα, υψηλές προσδοκίες. Έμενε απλώς να επιβεβαιωθούν ή να διαψευστούν.

Ο συγγραφέας

Ο Ντάριο Φο γεννήθηκε το 1926 στο Σαν Τζιάνο της λίμνης Ματζιόρε. Η οικογένεια του είχε δημοκρατική, αντιφασιστική δράση γεγονός που έμελλε να τον επηρεάσει καθοριστικά. Ξεκίνησε να σπουδάζει αρχιτεκτονική αλλά τελικά τον κέρδισε το θέατρο. Μαζί με την γυναίκα του Φράνκα Ράμε, ξεκινούν το 1958 τη θεατρική τους δράση μη διστάζοντας να σατιρίσουν την αστική, άρχουσα τάξη.

Δουλεύουν ανεξάρτητοι, ιδρύουν την θεατρική κοινότητα «La Commune» και προσπαθώντας να καταδείξουν το περιεχόμενο της ταξικής πάλης, παίζουν τα έργα τους σε χώρους υπό κατάληψη, εργοστάσια, σε φυλακές και πλατείες. Το 1997 λαμβάνει το νόμπελ λογοτεχνίας το οποίο και αποδέχεται με μία από τις αντισυμβατικές ομιλίες στην ιστορία των βραβείων, η οποία αξίζει να διαβαστεί. Σε αυτήν δεν αρκέστηκε στα απλά λόγια αλλά χρησιμοποίησε τεχνικές όπως η αφήγηση, η παντομίμα ακόμα και δικές του ζωγραφιές που μοίρασε στο κοινό. Μεταξύ άλλων είπε χαρακτηριστικά : «Αγαπητά μέλη της Ακαδημίας ας παραδεχτούμε ότι, αυτή τη φορά το παρακάνατε. Δηλαδή έλεος, πρώτα δίνετε το βραβείο σε κάποιον μαύρο, μετά σε έναν Εβραίο και τώρα σε έναν γελωτοποιό. Τι γίνεται; Όπως λένε και στην Νάπολη, pazziàmme ; Τρελαθήκαμε;»

Το έργο

Επιλέγω να κινηθώ παράδοξα και να μην μιλήσω ειδικά για την πλοκή του έργου. Για όσους θα καταλήξουν να το δουν, δεν χρειάζεται να είναι κανείς προϊδεασμένος καθώς αυτή ξεδιπλώνεται μπροστά του με τρόπο απόλυτα κατανοητό.

Θα αρκεστώ λοιπόν, στο ότι είναι ένα έργο που θα παραμένει διαχρονικό όσο καιρό οι κοινωνίες διακατέχονται από το βάρος της βίας (αστυνομικής και μη), της προκατάληψης, της επικράτησης του δυνατού με αναγκαίο κακό την θυσία του αδυνάτου, της κρατικής ασυδοσίας και εν γένει της αδικίας, η οποία φαίνεται να μπορεί να παίρνει πολύ περισσότερες μορφές από ότι η δικαιοσύνη. Ορθά του έχουν αποδοθεί οι χαρακτηρισμοί «μαύρη» και «τραγική κωμωδία» . Ο Τσαρλς Λάντλαμ, έτερος θεατρικός συγγραφέας, είχε κάποτε πει αναφερόμενος στο «τραγικό» και το «κωμικό», ότι «μερικά πράγματα μπορεί να μοιάζουν αντίθετα είναι όμως διαφορετικές εντάσεις του ίδιου πράγματος». Και ειδικά όσον αφορά την προκειμένη περίσταση δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο.

Και όσο και αν πρόκειται για έργο διαχρονικό, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αφουγκράζεται την εποχή και την κοινωνία που παρουσιάζεται (αυτή ήταν άλλωστε και η επιθυμία του δημιουργού του. Ο Ντάριο Φο είχε δηλώσει πως αρχή του για κάθε έργο που έγραφε ήταν να ανοιχτό σε διαφοροποιήσεις, δημιουργούσε «υλικό ρευστό»). Οι δημιουργοί και οι συντελεστές επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν μέσα στο κείμενο στοιχεία επίκαιρα, με σκοπό είτε το γέλιο όπως με αναφορές στην τιμή της βενζίνης και το σκυλί (ναι μάλιστα, το ΣΚΥΛΙ, τιριντιτιν) είτε την ενδοσκόπηση και τον προβληματισμό. Ενδοσκόπηση όχι προσωπική, αλλά όσον αφορά τον χώρο του θεάτρου για τον οποίο τόσα έχουν μαθευτεί τον τελευταίο χρόνο. Η ευθεία αναφορά αποτελεί δείγμα ότι το θέατρο αλλάζει, και αλλάζει ειλικρινά αφού ό,τι συνέβη δεν αποσιωπάται αλλά επικοινωνείται, μέσω της ίδιας της τέχνης. Και το κοινό που γεμίζει τις αίθουσες, είναι τρανή απόδειξη ότι υπάρχει πίστη και ελπίδα σε αυτή την αλλαγή.

Για τον Πάνο Βλάχο, τον ήδη αξιαγάπητο ηθοποιό δεν έχω να πω πολλά παρά μόνο να δηλώσω μόνο χαρά, που δόθηκε χώρος για την ανάδειξή του. Το πρώτο μέρος της παράστασης στο οποίο εμφανίζεται μόνος του, θα μπορούσε να σταθεί με μεγάλη επιτυχία και ως μονόλογος. Αστείρευτο ταλέντο μουσικά και υποκριτικά, που υπόσχεται πολλά για το μέλλον.

Εξαιρετικές ερμηνείες και από τους υπόλοιπους πέντε, Φοίβο Ριμένα, Θοδωρή Σκυφτούλη, Ιφιγένεια Αστεριάδη, Κωνσταντίνο Μαγκλάρα και Στέλιο Πέτσο τόσο όταν η σκηνή ήταν δική τους όσο και όταν ήταν στο background, έγραφαν όλοι τους καταπληκτικά. Ιδιαίτερη μνεία θα ήθελα να κάνω στον κύριο Πέτσο ο οποίος για εμάς έκλεψε κυριολεκτικά την παράσταση αφού οι αντιδράσεις του ήταν τόσο αστείες που υπήρχαν στιγμές που δεν μπορούσαμε να συγκεντρωθούμε σε ό,τι διαδραματιζόταν από τα γέλια.

Πέρα από τους έξι ηθοποιούς είναι ολοφάνερο ότι έβδομη πρωταγωνίστρια είναι η μουσική. Ο Βάϊος Πράπας που παίζει και επί σκηνής, ο Πάνος Βλάχος και η Φωτεινή Αθερίδου υπογράφουν τη μουσική και τους στίχους, αντίστοιχα, των τραγουδιών που πολλοί από εμάς θα ακούμε on repeat στο Spotify για καιρό ακόμα.

Ετυμηγορία: to watch or not to watch Σε περίπτωση που δεν το έχετε καταλάβει έως τώρα, οπωσδήποτε to watch. Όσο προλαβαίνετε δηλαδή. Χρησιμοποίησα μόνο την φράση έτσι, για να υπάρχει κάτι από Σαίξπηρ στην πρώτη μου θεατρική κριτική. Με αυτή την παράσταση κατάλαβα γιατί κάποιος θέλει να είναι ηθοποιός και να παίζει το ίδιο έργο κάθε βράδυ. Και αν μπορούσα, το μόνο που θα προσέθετα θα ήταν λίγος χρόνος. Για ακόμα περισσότερο χειροκρότημα.

Γράφει η Αφροδίτη Κεραμέως

Leave a Reply