Aλλά ως τότε, το μοναδικό σου καθήκον είναι να ανοίγεις τα μάτια σου και να ζεις... Ζήσε!

Από Καλλίμαχος Γράτσος | 16 Απριλίου 2021

Στο DREAM ON-line δεν μας αρέσει ο μονόλογος. Κάθε μήνα, οι αναγνώστες μιλούν και μας στέλνουν τα άρθρα τους με ποικίλα θέματα, προβληματισμούς και πολλές πολλές χαρές. Περιμένουμε και το δικό σου άρθρο!

Περπατάς… Κάθε μέρα θα φορέσεις την ίδια τσαλακωμένη μπλούζα, το ίδιο ξεθωριασμένο παντελόνι. Παίρνεις παραμάσχαλα το μάλλινο πανωφόρι σου, πρόχειρα κρεμασμένο όπως ήταν, και βγαίνεις έξω. Εκτελείς τελετουργικά τη διαδικασία αυτή μήνες τώρα, χωρίς όμως να ξέρεις ποια είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή τη φαινομενικά υγιή δραστηριότητα.

Περπατάς στητός, με ίσια κορμοστασιά, όπως έμαθες, υποφώσκοντας ίσως ένα λανθάνον αίσθημα υπερηφάνειας, και μόνο το βιαστικό βάδισμα σου, προδίδει την οποιαδήποτε ανησυχία που μπορεί να έχεις, τον γρήγορο διασκελισμό των σκέψεων σου: αν μπορούσες να κρύψεις τα πόδια σου θα το έκανες. Το βλέμμα σου, αν και κουρασμένο, βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή, διερευνώντας τόσο το περιβάλλον, όσο και τους ανθρώπους.

Το μαλλί, που πρόχειρα περιποιήθηκες πριν βγεις αναταράχθηκε κιόλας από το ίδιο αεράκι που τώρα δροσίζει το πρόσωπό σου στεγνώνοντας μια στάλα ιδρώτα που φαίνεται να έχει σχηματιστεί τώρα στο μέτωπο σου, πριν αυτή αρχίσει να ρέει κατά μήκος του μακριού προσώπου σου.

Κάποια στιγμή στην πορεία βρίσκεις το θάρρος, να ρωτήσεις τον εαυτό σου αγανακτισμένος: “γιατί;”. Αναζητάς να βρεις το δαιμόνιο που αρχικά σε είχε πιάσει από τον γιακά και σε έσερνε, και που τώρα φαίνεται να έχει ενσαρκωθεί στο πρόσωπο σου. Δεν ξέρεις τι είναι, ή ποιον σκοπό υπηρετούν οι προσταγές του, αλλά έχεις τη διαίσθηση ότι πρέπει να τις ακολουθήσεις.

Αρχίζεις να απαντάς στον εαυτό σου, θαρρείς πως αν βρεις τον λόγο πίσω από τους καταναγκασμούς σου, θα λυτρωθείς από αυτούς. Αναρωτιέσαι αν ανέπτυξες ξάφνου μια θέληση για να ζήσεις πειραματικά, μια λαχτάρα για ανεξερεύνητους τόπους και περιπλάνηση, μια αγανάκτηση με όσα σου έχουν επιβάλει ως αυτή τη στιγμή. Ίσως, αυτό που αναζητάς είναι νέους ανθρώπους, ανθρώπους που θα είναι για σένα τελεσίδικα σωστοί, που θα φορούν εκείνο το χαμόγελο των ματιών που σπάνια βλέπεις πια. “Ναι… αυτό θα ήταν κάτι” λέει η φωνή μέσα σου, με έναν απροσδόκητα μειλίχιο τόνο.

Ωστόσο, ο μεγάλος σκεπτικιστής δεν πείθεται εύκολα, και με συνοπτικές διαδικασίες, απορρίπτει ό,τι κατάφερε να σπινθηροβολήσει για μια στιγμή μέσα σου. “Σταμάτα να σοφίζεσαι ψεύτικους σκοπούς προκειμένου να δώσεις ηρωικό χαρακτήρα στις νευρωτικές σου πράξεις. Κάθε μέρα ακολουθείς το ίδιο μονοπάτι, περπατώντας πάντα με τον ίδιο βιαστικό ρυθμό, και κάθε στιγμή που το φανερά χαμένο βλέμμα σου συναντάει κάποιο ζευγάρι περίεργα μάτια, γυρνάς το κεφάλι από την άλλη αμήχανα. Δεν υπάρχει τίποτε το ηρωικό σε αυτό”. Εσύ δυσανασχετείς, αφήνοντας μια μακρόσυρτη εκπνοή με σκοπό να επικαλύψεις έστω και προσωρινά τη φωνή που μετατρέπει το εσωτερικό σου σε πεδίο μάχης.

Υπό τις τυμπανοκρουσίες ενός ανήσυχου πνεύματος, συνεχίζεις λοιπόν να περπατάς, χωρίς σκοπό. Με το στέρνο προτεταμένο και το κεφάλι ψηλά, το πέλμα του παπουτσιού πατάει με δύναμη στο έδαφος. Πού να ήξερε όποιος σε έβλεπε ότι πίσω από αυτό το παραπέτασμα της σιγουριάς βρίσκεται ένα περιπλανώμενο, κουρασμένο πνεύμα, που κάτι αναζητεί. Δεν θα έδινες σε κανέναν το δικαίωμα να βγάλει το πέπλο της ομίχλης που σκεπάζει τις κορυφές τις ψυχής σου. “Κανείς δεν θα με καταλάβαινε” σκέφτεσαι με καχυποψία.

Ύστερα από κάποια ώρα, ενοχλημένος από την αδυναμία των ποδιών σου να σε πάνε παραπέρα και από τους αναστατωμένους χτύπους της καρδιάς σου, (αν και συνάμα ευγνώμων που ο σωματικός πόνος αντικατέστησε την πνευματική ανησυχία, και σε έβγαλε από ένα ρεύμα σκέψεων που δεν θα κατέληγε πουθενά) σταματάς. Αρχικά κοντοστέκεσαι με το βάρος γερμένο στον έναν γοφό, και ύστερα κάθεσαι στο κοντινότερο ξύλινο παγκάκι.

Υψώνεις το βλέμμα σου ψηλά, πάνω στον ουρανό, περιμένοντας να πέσει η συχνότητα της αναπνοής σου. Βλέπεις τα σύννεφα, να εκτελούν το αργόσυρτο ταξίδι τους, με τα ιδιαίτερα σχήματα τους να ενεργοποιούν μια συνειρμική διεργασία ανάκλισης του παρελθόντος στο μυαλό σου.

Τα μάτια σου, που τόση ώρα συγκρούονταν με τον αέρα κλείνουν προκειμένου να αναζωογονηθούν, και παραμένουν κλειστά. Βλέπεις μια γυναίκα να σταματάει στο παγκάκι και να κάθεται σιμά σου. Είναι ντυμένη στα άσπρα. Δεν αναγνωρίζεις το πρόσωπο της, αλλά η παρουσία της σε κάνει να αισθάνεσαι τόσο οικεία, έτσι ώστε να την κοιτάς στα μάτια χωρίς ντροπή.

Ο ήχος του ονόματος σου, όπως σχηματίζεται από τα χείλη της, σε ταράζει. “Σε βρήκα την κατάλληλη στιγμή, ακολούθησε με” λέει καθώς εγείρεται, και με ταχύ βηματισμό που δυσκολεύεσαι να ακολουθήσεις σε οδηγεί σε μια κυκλική πλατεία. Εσύ ανήσυχος μήπως και χάσεις τον δρόμο που έμαθες να ακολουθείς κάθε μέρα, κοιτάς πίσω, μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι όλοι οι δρόμοι έχουν πια σβηστεί και οι άνθρωποι μαζί τους.

Στο κέντρο της πλατείας βρίσκεται μια τετράγωνη κολυμβήθρα από την οποία πηγάζει άφθονο κρυστάλλινο νερό. Ικανοποιείς την άλλοτε ατέρμονα στεγνή ψυχή σου και με την βρεγμένη παλάμη του χεριού σου τινάζεις τον ιδρώτα από το πρόσωπο. Ένα χαμόγελο ζωγραφίζεται στο πρόσωπο της γυναίκας που σε οδήγησε, και μέσα σε αυτό το χαμόγελο που δεν ξες αν είναι υπαινικτικό ή συμπονετικό νιώθεις ότι βρήκες αυτό που έψαχνες τόσο καιρό.

“Πως εξηγείτε το ότι στα μελανά μάτια σου, βλέπω τον μοναδικό κόσμο που θεωρώ πως αξίζει; Πώς γίνεται να συγκρίνω κάθε μέρα της ζωής μου, με αυτές που πέρασα στο πλευρό σου, και να απογοητεύομαι κάθε φορά; Θες να πεις πολλά περισσότερα, αλλά μόνο ένας καλλιτέχνης θα μπορούσε να εκφράσει αυτά που νιώθεις σε λέξεις και να τις κάνει να ακουστούν με φυσικό τρόπο. Εσύ όμως δεν είσαι καλλιτέχνης, άλλα μόνο ένας ανίατος ρομαντικός.

“Μακάρι να μπορούσες να έρθεις πίσω μαζί μου, να βασιλεύαμε στη χώρα των ζωντανών μαζί, ή έστω για μια στιγμή να είχα εγώ τη δύναμη να βεβαιωθώ ότι τα μάτια μου δεν θα άνοιγαν ποτέ ξανά”. Το ύφος της γυναίκας ξεδιαλύνεται καθώς πλησιάζει προς το μέρος σου. Με το χέρι της τοποθετημένο στο στήθος σου, γέρνει στο αυτί σου και ψιθυρίζει: “Οι ψυχές μας είναι ίδιες, το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να σκύψεις, να σκύψεις χαμηλά και θα με καταλάβεις ως την επιτακτική φωνή και σαγήνη που βρίσκεται πίσω από κάθε μεγάλη έμπνευση σου. Και θα έρθει η στιγμή που θα συναντηθούμε ξανά, και κάτω από τον ίδιο ήλιο και ουρανό θα συνυπάρξουμε αρμονικά. Άλλα ως τότε, το μοναδικό σου καθήκον είναι να ανοίγεις τα μάτια σου και να ζεις… Ζήσε!”

Εμβρόντητος ανοίγεις τα μάτια σου. Είναι αργά, πρέπει να γυρίσεις πίσω.

Γράφει ο Καλλίμαχος Γράτσος

Categories

Aλλά ως τότε, το μοναδικό σου καθήκον είναι να ανοίγεις τα μάτια σου και να ζεις... Ζήσε!

Από Καλλίμαχος Γράτσος | 16 Απριλίου 2021

Στο DREAM ON-line δεν μας αρέσει ο μονόλογος. Κάθε μήνα, οι αναγνώστες μιλούν και μας στέλνουν τα άρθρα τους με ποικίλα θέματα, προβληματισμούς και πολλές πολλές χαρές. Περιμένουμε και το δικό σου άρθρο!

Περπατάς… Κάθε μέρα θα φορέσεις την ίδια τσαλακωμένη μπλούζα, το ίδιο ξεθωριασμένο παντελόνι. Παίρνεις παραμάσχαλα το μάλλινο πανωφόρι σου, πρόχειρα κρεμασμένο όπως ήταν, και βγαίνεις έξω. Εκτελείς τελετουργικά τη διαδικασία αυτή μήνες τώρα, χωρίς όμως να ξέρεις ποια είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή τη φαινομενικά υγιή δραστηριότητα.

Περπατάς στητός, με ίσια κορμοστασιά, όπως έμαθες, υποφώσκοντας ίσως ένα λανθάνον αίσθημα υπερηφάνειας, και μόνο το βιαστικό βάδισμα σου, προδίδει την οποιαδήποτε ανησυχία που μπορεί να έχεις, τον γρήγορο διασκελισμό των σκέψεων σου: αν μπορούσες να κρύψεις τα πόδια σου θα το έκανες. Το βλέμμα σου, αν και κουρασμένο, βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή, διερευνώντας τόσο το περιβάλλον, όσο και τους ανθρώπους.

Το μαλλί, που πρόχειρα περιποιήθηκες πριν βγεις αναταράχθηκε κιόλας από το ίδιο αεράκι που τώρα δροσίζει το πρόσωπό σου στεγνώνοντας μια στάλα ιδρώτα που φαίνεται να έχει σχηματιστεί τώρα στο μέτωπο σου, πριν αυτή αρχίσει να ρέει κατά μήκος του μακριού προσώπου σου.

Κάποια στιγμή στην πορεία βρίσκεις το θάρρος, να ρωτήσεις τον εαυτό σου αγανακτισμένος: “γιατί;”. Αναζητάς να βρεις το δαιμόνιο που αρχικά σε είχε πιάσει από τον γιακά και σε έσερνε, και που τώρα φαίνεται να έχει ενσαρκωθεί στο πρόσωπο σου. Δεν ξέρεις τι είναι, ή ποιον σκοπό υπηρετούν οι προσταγές του, αλλά έχεις τη διαίσθηση ότι πρέπει να τις ακολουθήσεις.

Αρχίζεις να απαντάς στον εαυτό σου, θαρρείς πως αν βρεις τον λόγο πίσω από τους καταναγκασμούς σου, θα λυτρωθείς από αυτούς. Αναρωτιέσαι αν ανέπτυξες ξάφνου μια θέληση για να ζήσεις πειραματικά, μια λαχτάρα για ανεξερεύνητους τόπους και περιπλάνηση, μια αγανάκτηση με όσα σου έχουν επιβάλει ως αυτή τη στιγμή. Ίσως, αυτό που αναζητάς είναι νέους ανθρώπους, ανθρώπους που θα είναι για σένα τελεσίδικα σωστοί, που θα φορούν εκείνο το χαμόγελο των ματιών που σπάνια βλέπεις πια. “Ναι… αυτό θα ήταν κάτι” λέει η φωνή μέσα σου, με έναν απροσδόκητα μειλίχιο τόνο.

Ωστόσο, ο μεγάλος σκεπτικιστής δεν πείθεται εύκολα, και με συνοπτικές διαδικασίες, απορρίπτει ό,τι κατάφερε να σπινθηροβολήσει για μια στιγμή μέσα σου. “Σταμάτα να σοφίζεσαι ψεύτικους σκοπούς προκειμένου να δώσεις ηρωικό χαρακτήρα στις νευρωτικές σου πράξεις. Κάθε μέρα ακολουθείς το ίδιο μονοπάτι, περπατώντας πάντα με τον ίδιο βιαστικό ρυθμό, και κάθε στιγμή που το φανερά χαμένο βλέμμα σου συναντάει κάποιο ζευγάρι περίεργα μάτια, γυρνάς το κεφάλι από την άλλη αμήχανα. Δεν υπάρχει τίποτε το ηρωικό σε αυτό”. Εσύ δυσανασχετείς, αφήνοντας μια μακρόσυρτη εκπνοή με σκοπό να επικαλύψεις έστω και προσωρινά τη φωνή που μετατρέπει το εσωτερικό σου σε πεδίο μάχης.

Υπό τις τυμπανοκρουσίες ενός ανήσυχου πνεύματος, συνεχίζεις λοιπόν να περπατάς, χωρίς σκοπό. Με το στέρνο προτεταμένο και το κεφάλι ψηλά, το πέλμα του παπουτσιού πατάει με δύναμη στο έδαφος. Πού να ήξερε όποιος σε έβλεπε ότι πίσω από αυτό το παραπέτασμα της σιγουριάς βρίσκεται ένα περιπλανώμενο, κουρασμένο πνεύμα, που κάτι αναζητεί. Δεν θα έδινες σε κανέναν το δικαίωμα να βγάλει το πέπλο της ομίχλης που σκεπάζει τις κορυφές τις ψυχής σου. “Κανείς δεν θα με καταλάβαινε” σκέφτεσαι με καχυποψία.

Ύστερα από κάποια ώρα, ενοχλημένος από την αδυναμία των ποδιών σου να σε πάνε παραπέρα και από τους αναστατωμένους χτύπους της καρδιάς σου, (αν και συνάμα ευγνώμων που ο σωματικός πόνος αντικατέστησε την πνευματική ανησυχία, και σε έβγαλε από ένα ρεύμα σκέψεων που δεν θα κατέληγε πουθενά) σταματάς. Αρχικά κοντοστέκεσαι με το βάρος γερμένο στον έναν γοφό, και ύστερα κάθεσαι στο κοντινότερο ξύλινο παγκάκι.

Υψώνεις το βλέμμα σου ψηλά, πάνω στον ουρανό, περιμένοντας να πέσει η συχνότητα της αναπνοής σου. Βλέπεις τα σύννεφα, να εκτελούν το αργόσυρτο ταξίδι τους, με τα ιδιαίτερα σχήματα τους να ενεργοποιούν μια συνειρμική διεργασία ανάκλισης του παρελθόντος στο μυαλό σου.

Τα μάτια σου, που τόση ώρα συγκρούονταν με τον αέρα κλείνουν προκειμένου να αναζωογονηθούν, και παραμένουν κλειστά. Βλέπεις μια γυναίκα να σταματάει στο παγκάκι και να κάθεται σιμά σου. Είναι ντυμένη στα άσπρα. Δεν αναγνωρίζεις το πρόσωπο της, αλλά η παρουσία της σε κάνει να αισθάνεσαι τόσο οικεία, έτσι ώστε να την κοιτάς στα μάτια χωρίς ντροπή.

Ο ήχος του ονόματος σου, όπως σχηματίζεται από τα χείλη της, σε ταράζει. “Σε βρήκα την κατάλληλη στιγμή, ακολούθησε με” λέει καθώς εγείρεται, και με ταχύ βηματισμό που δυσκολεύεσαι να ακολουθήσεις σε οδηγεί σε μια κυκλική πλατεία. Εσύ ανήσυχος μήπως και χάσεις τον δρόμο που έμαθες να ακολουθείς κάθε μέρα, κοιτάς πίσω, μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι όλοι οι δρόμοι έχουν πια σβηστεί και οι άνθρωποι μαζί τους.

Στο κέντρο της πλατείας βρίσκεται μια τετράγωνη κολυμβήθρα από την οποία πηγάζει άφθονο κρυστάλλινο νερό. Ικανοποιείς την άλλοτε ατέρμονα στεγνή ψυχή σου και με την βρεγμένη παλάμη του χεριού σου τινάζεις τον ιδρώτα από το πρόσωπο. Ένα χαμόγελο ζωγραφίζεται στο πρόσωπο της γυναίκας που σε οδήγησε, και μέσα σε αυτό το χαμόγελο που δεν ξες αν είναι υπαινικτικό ή συμπονετικό νιώθεις ότι βρήκες αυτό που έψαχνες τόσο καιρό.

“Πως εξηγείτε το ότι στα μελανά μάτια σου, βλέπω τον μοναδικό κόσμο που θεωρώ πως αξίζει; Πώς γίνεται να συγκρίνω κάθε μέρα της ζωής μου, με αυτές που πέρασα στο πλευρό σου, και να απογοητεύομαι κάθε φορά; Θες να πεις πολλά περισσότερα, αλλά μόνο ένας καλλιτέχνης θα μπορούσε να εκφράσει αυτά που νιώθεις σε λέξεις και να τις κάνει να ακουστούν με φυσικό τρόπο. Εσύ όμως δεν είσαι καλλιτέχνης, άλλα μόνο ένας ανίατος ρομαντικός.

“Μακάρι να μπορούσες να έρθεις πίσω μαζί μου, να βασιλεύαμε στη χώρα των ζωντανών μαζί, ή έστω για μια στιγμή να είχα εγώ τη δύναμη να βεβαιωθώ ότι τα μάτια μου δεν θα άνοιγαν ποτέ ξανά”. Το ύφος της γυναίκας ξεδιαλύνεται καθώς πλησιάζει προς το μέρος σου. Με το χέρι της τοποθετημένο στο στήθος σου, γέρνει στο αυτί σου και ψιθυρίζει: “Οι ψυχές μας είναι ίδιες, το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να σκύψεις, να σκύψεις χαμηλά και θα με καταλάβεις ως την επιτακτική φωνή και σαγήνη που βρίσκεται πίσω από κάθε μεγάλη έμπνευση σου. Και θα έρθει η στιγμή που θα συναντηθούμε ξανά, και κάτω από τον ίδιο ήλιο και ουρανό θα συνυπάρξουμε αρμονικά. Άλλα ως τότε, το μοναδικό σου καθήκον είναι να ανοίγεις τα μάτια σου και να ζεις… Ζήσε!”

Εμβρόντητος ανοίγεις τα μάτια σου. Είναι αργά, πρέπει να γυρίσεις πίσω.

Γράφει ο Καλλίμαχος Γράτσος

Aλλά ως τότε, το μοναδικό σου καθήκον είναι να ανοίγεις τα μάτια σου και να ζεις... Ζήσε!

Από Καλλίμαχος Γράτσος | 16 Απριλίου 2021

Στο DREAM ON-line δεν μας αρέσει ο μονόλογος. Κάθε μήνα, οι αναγνώστες μιλούν και μας στέλνουν τα άρθρα τους με ποικίλα θέματα, προβληματισμούς και πολλές πολλές χαρές. Περιμένουμε και το δικό σου άρθρο!

Περπατάς… Κάθε μέρα θα φορέσεις την ίδια τσαλακωμένη μπλούζα, το ίδιο ξεθωριασμένο παντελόνι. Παίρνεις παραμάσχαλα το μάλλινο πανωφόρι σου, πρόχειρα κρεμασμένο όπως ήταν, και βγαίνεις έξω. Εκτελείς τελετουργικά τη διαδικασία αυτή μήνες τώρα, χωρίς όμως να ξέρεις ποια είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή τη φαινομενικά υγιή δραστηριότητα.

Περπατάς στητός, με ίσια κορμοστασιά, όπως έμαθες, υποφώσκοντας ίσως ένα λανθάνον αίσθημα υπερηφάνειας, και μόνο το βιαστικό βάδισμα σου, προδίδει την οποιαδήποτε ανησυχία που μπορεί να έχεις, τον γρήγορο διασκελισμό των σκέψεων σου: αν μπορούσες να κρύψεις τα πόδια σου θα το έκανες. Το βλέμμα σου, αν και κουρασμένο, βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή, διερευνώντας τόσο το περιβάλλον, όσο και τους ανθρώπους.

Το μαλλί, που πρόχειρα περιποιήθηκες πριν βγεις αναταράχθηκε κιόλας από το ίδιο αεράκι που τώρα δροσίζει το πρόσωπό σου στεγνώνοντας μια στάλα ιδρώτα που φαίνεται να έχει σχηματιστεί τώρα στο μέτωπο σου, πριν αυτή αρχίσει να ρέει κατά μήκος του μακριού προσώπου σου.

Κάποια στιγμή στην πορεία βρίσκεις το θάρρος, να ρωτήσεις τον εαυτό σου αγανακτισμένος: “γιατί;”. Αναζητάς να βρεις το δαιμόνιο που αρχικά σε είχε πιάσει από τον γιακά και σε έσερνε, και που τώρα φαίνεται να έχει ενσαρκωθεί στο πρόσωπο σου. Δεν ξέρεις τι είναι, ή ποιον σκοπό υπηρετούν οι προσταγές του, αλλά έχεις τη διαίσθηση ότι πρέπει να τις ακολουθήσεις.

Αρχίζεις να απαντάς στον εαυτό σου, θαρρείς πως αν βρεις τον λόγο πίσω από τους καταναγκασμούς σου, θα λυτρωθείς από αυτούς. Αναρωτιέσαι αν ανέπτυξες ξάφνου μια θέληση για να ζήσεις πειραματικά, μια λαχτάρα για ανεξερεύνητους τόπους και περιπλάνηση, μια αγανάκτηση με όσα σου έχουν επιβάλει ως αυτή τη στιγμή. Ίσως, αυτό που αναζητάς είναι νέους ανθρώπους, ανθρώπους που θα είναι για σένα τελεσίδικα σωστοί, που θα φορούν εκείνο το χαμόγελο των ματιών που σπάνια βλέπεις πια. “Ναι… αυτό θα ήταν κάτι” λέει η φωνή μέσα σου, με έναν απροσδόκητα μειλίχιο τόνο.

Ωστόσο, ο μεγάλος σκεπτικιστής δεν πείθεται εύκολα, και με συνοπτικές διαδικασίες, απορρίπτει ό,τι κατάφερε να σπινθηροβολήσει για μια στιγμή μέσα σου. “Σταμάτα να σοφίζεσαι ψεύτικους σκοπούς προκειμένου να δώσεις ηρωικό χαρακτήρα στις νευρωτικές σου πράξεις. Κάθε μέρα ακολουθείς το ίδιο μονοπάτι, περπατώντας πάντα με τον ίδιο βιαστικό ρυθμό, και κάθε στιγμή που το φανερά χαμένο βλέμμα σου συναντάει κάποιο ζευγάρι περίεργα μάτια, γυρνάς το κεφάλι από την άλλη αμήχανα. Δεν υπάρχει τίποτε το ηρωικό σε αυτό”. Εσύ δυσανασχετείς, αφήνοντας μια μακρόσυρτη εκπνοή με σκοπό να επικαλύψεις έστω και προσωρινά τη φωνή που μετατρέπει το εσωτερικό σου σε πεδίο μάχης.

Υπό τις τυμπανοκρουσίες ενός ανήσυχου πνεύματος, συνεχίζεις λοιπόν να περπατάς, χωρίς σκοπό. Με το στέρνο προτεταμένο και το κεφάλι ψηλά, το πέλμα του παπουτσιού πατάει με δύναμη στο έδαφος. Πού να ήξερε όποιος σε έβλεπε ότι πίσω από αυτό το παραπέτασμα της σιγουριάς βρίσκεται ένα περιπλανώμενο, κουρασμένο πνεύμα, που κάτι αναζητεί. Δεν θα έδινες σε κανέναν το δικαίωμα να βγάλει το πέπλο της ομίχλης που σκεπάζει τις κορυφές τις ψυχής σου. “Κανείς δεν θα με καταλάβαινε” σκέφτεσαι με καχυποψία.

Ύστερα από κάποια ώρα, ενοχλημένος από την αδυναμία των ποδιών σου να σε πάνε παραπέρα και από τους αναστατωμένους χτύπους της καρδιάς σου, (αν και συνάμα ευγνώμων που ο σωματικός πόνος αντικατέστησε την πνευματική ανησυχία, και σε έβγαλε από ένα ρεύμα σκέψεων που δεν θα κατέληγε πουθενά) σταματάς. Αρχικά κοντοστέκεσαι με το βάρος γερμένο στον έναν γοφό, και ύστερα κάθεσαι στο κοντινότερο ξύλινο παγκάκι.

Υψώνεις το βλέμμα σου ψηλά, πάνω στον ουρανό, περιμένοντας να πέσει η συχνότητα της αναπνοής σου. Βλέπεις τα σύννεφα, να εκτελούν το αργόσυρτο ταξίδι τους, με τα ιδιαίτερα σχήματα τους να ενεργοποιούν μια συνειρμική διεργασία ανάκλισης του παρελθόντος στο μυαλό σου.

Τα μάτια σου, που τόση ώρα συγκρούονταν με τον αέρα κλείνουν προκειμένου να αναζωογονηθούν, και παραμένουν κλειστά. Βλέπεις μια γυναίκα να σταματάει στο παγκάκι και να κάθεται σιμά σου. Είναι ντυμένη στα άσπρα. Δεν αναγνωρίζεις το πρόσωπο της, αλλά η παρουσία της σε κάνει να αισθάνεσαι τόσο οικεία, έτσι ώστε να την κοιτάς στα μάτια χωρίς ντροπή.

Ο ήχος του ονόματος σου, όπως σχηματίζεται από τα χείλη της, σε ταράζει. “Σε βρήκα την κατάλληλη στιγμή, ακολούθησε με” λέει καθώς εγείρεται, και με ταχύ βηματισμό που δυσκολεύεσαι να ακολουθήσεις σε οδηγεί σε μια κυκλική πλατεία. Εσύ ανήσυχος μήπως και χάσεις τον δρόμο που έμαθες να ακολουθείς κάθε μέρα, κοιτάς πίσω, μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι όλοι οι δρόμοι έχουν πια σβηστεί και οι άνθρωποι μαζί τους.

Στο κέντρο της πλατείας βρίσκεται μια τετράγωνη κολυμβήθρα από την οποία πηγάζει άφθονο κρυστάλλινο νερό. Ικανοποιείς την άλλοτε ατέρμονα στεγνή ψυχή σου και με την βρεγμένη παλάμη του χεριού σου τινάζεις τον ιδρώτα από το πρόσωπο. Ένα χαμόγελο ζωγραφίζεται στο πρόσωπο της γυναίκας που σε οδήγησε, και μέσα σε αυτό το χαμόγελο που δεν ξες αν είναι υπαινικτικό ή συμπονετικό νιώθεις ότι βρήκες αυτό που έψαχνες τόσο καιρό.

“Πως εξηγείτε το ότι στα μελανά μάτια σου, βλέπω τον μοναδικό κόσμο που θεωρώ πως αξίζει; Πώς γίνεται να συγκρίνω κάθε μέρα της ζωής μου, με αυτές που πέρασα στο πλευρό σου, και να απογοητεύομαι κάθε φορά; Θες να πεις πολλά περισσότερα, αλλά μόνο ένας καλλιτέχνης θα μπορούσε να εκφράσει αυτά που νιώθεις σε λέξεις και να τις κάνει να ακουστούν με φυσικό τρόπο. Εσύ όμως δεν είσαι καλλιτέχνης, άλλα μόνο ένας ανίατος ρομαντικός.

“Μακάρι να μπορούσες να έρθεις πίσω μαζί μου, να βασιλεύαμε στη χώρα των ζωντανών μαζί, ή έστω για μια στιγμή να είχα εγώ τη δύναμη να βεβαιωθώ ότι τα μάτια μου δεν θα άνοιγαν ποτέ ξανά”. Το ύφος της γυναίκας ξεδιαλύνεται καθώς πλησιάζει προς το μέρος σου. Με το χέρι της τοποθετημένο στο στήθος σου, γέρνει στο αυτί σου και ψιθυρίζει: “Οι ψυχές μας είναι ίδιες, το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να σκύψεις, να σκύψεις χαμηλά και θα με καταλάβεις ως την επιτακτική φωνή και σαγήνη που βρίσκεται πίσω από κάθε μεγάλη έμπνευση σου. Και θα έρθει η στιγμή που θα συναντηθούμε ξανά, και κάτω από τον ίδιο ήλιο και ουρανό θα συνυπάρξουμε αρμονικά. Άλλα ως τότε, το μοναδικό σου καθήκον είναι να ανοίγεις τα μάτια σου και να ζεις… Ζήσε!”

Εμβρόντητος ανοίγεις τα μάτια σου. Είναι αργά, πρέπει να γυρίσεις πίσω.

Γράφει ο Καλλίμαχος Γράτσος

Leave a Reply